Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Ο Βασιλιάς Όθων και η Βασίλισσα Αμαλία στο Δαδί.

 (Ενημερώθηκε 20 Απριλίου 2026)

Γνωρίστε τους τοπικούς μας συγγραφείς!

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου και Ιωάννης Σκόρδας.

                           ΜΕΡΟΣ Α'


    









Πηγές: Εφημερίδα "Εν Δελφοίς", αρ. φύλ. 1188-1189/2026.

-----------------------------------------------------------------------

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΆ ΟΘΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΣΊΛΙΣΣΑΣ ΑΜΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΔΑΔΙ ΤΟ 1846 ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

ΜΕΡΟΣ Β΄

(Σε συνέχεια από το Α΄ Μέρος, παραθέτουμε την επιστολή της βασίλισσας Αμαλίας προς τον πατέρα της, στην οποία περιγράφει, όπως αναφέραμε, τις εντυπώσεις της από περιοχές και χωριά του Παρνασσού που επισκέφτηκε.)


«Αγαπημένε, καλέ, αγγελικέ μου πατέρα, επιστρέφοντας χθες βράδυ από το ωραίο μας ταξίδι, το οποίο με την βοήθεια του Θεού πήγε πολύ καλά, βρήκα να με περιμένει το γεμάτο αγάπη γράμμα σου από το Οϊτίν.

Πρέπει όμως να περιγράψω στον αγγελικό μου πατέρα το ταξίδι μας. Σου έγραψα από τη Θήβα. Από εκεί ξεκινήσαμε το βράδυ στις έξι και διασχίσαμε την πεδιάδα καλπάζοντας και έχοντας μπροστά μας το όρος των Μουσών. Το φεγγάρι ανέτειλε υπέροχο και φώτισε ωραία την πεδιάδα της Κωπαΐδας, τον Ελικώνα. Μοναδικά ωραίος ήταν ο φωτισμός του περιβόητου περάσματος που ονομάζεται Πέτρα, όπου δεξιά είναι το έλος και αριστερά πανέμορφα συμπλέγματα βράχων, τα οποία στο φως του φεγγαριού φάνταζαν απίστευτα ωραία. Μετά φτάσαμε στην καταπράσινη Λιβαδειά. Με τον παλιό της πύργο, τα τρεχούμενα νερά της (τη Λήθη) και τα ωραία αγροκτήματά της στους πρόποδες του Ελικώνα, με τον Παρνασσό στα δεξιά, και μέσα στο φως του φεγγαριού, που ήταν τόσο δυνατό σαν να ήταν μέρα, παρουσίαζε μια θαυμάσια εικόνα. Επειδή ιππεύαμε και κάναμε μόνο μία στάση μισής ώρας, για να πάρουν ανάσα τα άλογα, διανύσαμε δρόμο οκτώ ωρών μέσα σε πέντε ώρες, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η στάση. Δυστυχώς η κουζίνα μόλις είχε φτάσει και χρειάστηκε να περιμένουμε αρκετή ώρα για το souper μας. Την άλλη μέρα αρκεστήκαμε στο να βλέπουμε την περιοχή από το παράθυρο, γιατί έκανε από το πρωί κιόλας πολλή ζέστη και γιατί είχαμε ένα σπίτι που βρισκόταν πραγματικά σε πολύ ωραία τοποθεσία, μπροστά μας απλώνονταν καταπράσινοι κήποι και λόφοι, στο βάθος ο Παρνασσός κ.λ.π. Στις πέντε ανεβήκαμε στα άλογα και προχωρήσαμε πρώτα μέσα από αμπέλια, μετά πήραμε έναν ανήφορο, ύστερα κατεβήκαμε μέσα σε άγριες χαράδρες. Μας περιέβαλαν ψηλά βουνά. Ήταν πραγματικά πολύ ρομαντικά μέσα στο δειλινό. Μετά σκοτείνιασε και η περιοχή άρχισε να γίνεται όλο και πιο άγρια. Ξαφνικά έλαμψαν μπροστά μας τα βουνά που φώτιζε η σελήνη, ενώ εμείς εξακολουθούσαμε να ιππεύουμε στο σκοτάδι, γιατί τα βουνά γύρω μας ήταν πολύ ψηλά. Επιτέλους φάνηκε το φεγγάρι και φώτισε και τη χαράδρα μας. Ο δρόμος δεν ήταν πολύ καλός.

Σταματήσαμε σε ένα χάνι για να μπορέσουν να πάρουν ανάσα τα άλογα και από εκεί και μετά ανεβαίναμε συνέχεια ανάμεσα σε υπέροχους βράχους κατάφυτους από έλατα, ενώ φαινόταν ολόκληρος ο Παρνασσός μέσα σε ένα υπέροχο φως. Εκείνη την ώρα σκέφτηκα εσάς και ότι ασφαλώς δεν το φανταζόσαστε πως στις δέκα ή ένδεκα το βράδυ βρισκόμουν στις χαράδρες του Παρνασσού. Επιτέλους φάνηκαν άνθρωποι, έλαμψαν φώτα, είχαμε φτάσει στην Αράχωβα. Τα κορίτσια τραγούδησαν με τις δυνατές φωνές τους που είναι φτιαγμένες για τα βουνά. Φάγαμε για βράδυ και ξαπλώσαμε χωρίς να ησυχάσουμε εξαιτίας των πολλών ζωυφίων, ήταν τραγικό. Το άλλο πρωί το περάσαμε με τραγούδια, ακούγοντας, μιλώντας κ.λπ. κ.λπ. Στη μία αρχίσαμε να ανεβαίνουμε το βουνό. Στην αρχή είχα το άλογό μου, αλλά χρειάστηκε να το ανταλλάξω με ένα μουλάρι, πράγμα που όλοι οι άλλοι είχαν κάνει κάτω στο χωριό, πριν ξεκινήσουμε. Είχαμε ωραία θέα προς τον κόλπο της Κορίνθου και από την άλλη μεριά προς την Οίτη. Προχωρούσαμε μέσα από δάση από έλατα, μετά ανεβαίναμε γυμνούς βράχους. Ξαφνικά, την ώρα που πότιζαν τα μουλάρια μας, ήρθε τρέχοντας το αλογάκι μου, ο Αστήρ, τελείως μόνο του. Ο οδηγός είχε κουραστεί και το είχε αφήσει να τρέξει. Ήρθε πηδώντας χαρούμενα και όταν το φώναξα στάθηκε ήσυχο και άφησε να το πιάσουν.

H περιοχή γινόταν όλο και πιο άγρια, ο δρόμος προχωρούσε από το ένα σύμπλεγμα βράχων στο επόμενο, από το ένα ύψωμα στο άλλο, ώσπου στο τέλος είδαμε την κορυφή. Έκανε όμως πολύ κρύο. Ξαφνικά ο δρόμος έκανε μια στροφή και είδαμε τις σκηνές μας, που ήταν στημένες 500-600 μέτρα κάτω από την κορυφή σε ένα ίσιωμα που περιβάλλεται από όλες τις μεριές από ψηλές κορυφές και όπου βρίσκονται μαντριά της μονής του Οσίου Λουκά. Φαντάσου ότι τα πρόβατα ζουν εκεί τρεις μήνες χωρίς νερό. Το γάλα είναι υπέροχο. Το μόνο ποτό που είχαμε ήταν λιωμένο χιόνι, που δεν ήταν και τόσο καλό. Είχαμε 9 βαθμούς στις επτά το βράδυ, επομένως 20 βαθμούς λιγότερο από ό,τι στην Αθήνα. Εκεί πάνω φάγαμε. Τρέμαμε από το κρύο. Ανάψαμε φωτιά. Παίξαμε παιχνιδάκια για να ζεσταθούμε. Γελάσαμε και αισθανθήκαμε χαρούμενοι σε αυτή την όμορφη ερημιά. Στις εννέα αποσυρθήκαμε και τυλιγμένοι καλά κοιμηθήκαμε μέχρι τη μια και μισή. Στις δύο ανεβήκαμε στα άλογα και σπεύσαμε προς την κορυφή για να δούμε το χάραμα. Το φεγγάρι φώτιζε ευχάριστα την ήρεμη κοιλάδα μας. Πολύ με έκανε να τρομάξω ο οδηγός του μουλαριού μου, ο οποίος ξαφνικά έπεσε κάτω αναίσθητος. Ήταν μια αποπληκτική κρίση εξαιτίας του λιωμένου χιονιού που είχε πιει με άδειο στομάχι. Ο Ρέζεφ του έκανε μια τόσο έξοχη θεραπεία με αφαίμαξη και έμπλαστρο, ώστε συνέχισε τον δρόμο μαζί μας άλλες πέντε ώρες. Ξέχασα τελείως να σου πω ότι μας έδειχνε τον δρόμο ένας βοσκός, του οποίου όμως η εμφάνιση ασφαλώς δεν ήταν ειδυλλιακή. Ψηλός, γεροδεμένος, βρόμικος, προπορευόταν κρατώντας τη μαγκούρα του με βήμα ελαφρύ, σαν να ήταν οι πέτρες από βρύα.

Στην αρχή προχωρούσαμε ακόμη πάνω στα μουλάρια, αλλά μετά ο ανήφορος έγινε αφάνταστα απότομος, πράγμα που ήταν μεγάλη ταλαιπωρία. Συγχρόνως έκανε τσουχτερό κρύο. Όταν φτάσαμε πάνω περιμέναμε πολλή ώρα την ανατολή του ηλίου. Αρχίσαμε όμως να διακρίνουμε τη γύρω περιοχή, όλο και έβλεπε κανείς την Εύβοια με τα βουνά της και τον Κορινθιακό κόλπο. Η κορυφή του βουνού είχε ήλιο, αλλά δυστυχώς πιο χαμηλά υπήρχε πυκνή ομίχλη. Αφού περιμέναμε ένα διάστημα τουρτουρίζοντας από το κρύο για να δούμε αν ο ήλιος θα διέλυε την ομίχλη, αρχίσαμε να κατεβαίνουμε πεπεισμένοι ότι θα έπρεπε να ανέβουμε ξανά για να δούμε καλύτερα τη θέα μακριά στον ορίζοντα παρόλο που η θέα που είχαμε στην απέναντι χαράδρα κ.λπ. κ.λπ. ήταν ωραία. Ο δρόμος για κάτω περνούσε από τον νυχτερινό μας καταυλισμό, όπου φάγαμε ένα είδος πηχτού γάλατος. Μετά συνεχίσαμε την πορεία μας κατεβαίνοντας συνέχεια. Στην αρχή είχαμε γύρω μας μόνο γυμνά βράχια μετά όμως υπέροχα έλατα. 'Ήταν μια πανέμορφη ορεινή περιοχή, απόκρημνες πλαγιές, βράχια, αλλά και μέρη κατάφυτα από έλατα, με ωραία θέα προς την Οίτη, τα Βαρδούσια κ.λπ. κ.λπ. Η μονή Δαδίου μας δέχτηκε φιλόξενα για το πρωϊνό. Είχαμε αρχίσει να υποφέρουμε κιόλας από τη ζέστη, γιατί όταν κατεβαίνει κανείς ξαφνικά από τόσο κρύα ατμόσφαιρα στον καυτό ήλιο της πεδιάδας αισθάνεται τη ζέστη πάρα πολύ έντονα. Το απόγευμα συνεχίσαμε τον δρόμο μας προς το χωριό Δαδί. Το μοναστήρι βρισκόταν σε ωραία τοποθεσία πάνω σε ένα από τα βουνά που καταλήγουν στον Παρνασσό, πανέμορφη θέα με ωραιότατα δέντρα. Με τραγούδια και επευφημίες ήρθε να μας προϋπαντήσει ο πληθυσμός του χωριού, μια ώρα δρόμο έξω από το χωριό, για να μας συνοδεύσει μέχρι εκεί. Φάγαμε στο Δαδί και το μεσημέρι και το βράδυ, καθίσαμε και μετά το φαγητό μαζί, αλλά στις εννέα και μισή θέλησαν όλοι να ησυχάσουν, γιατί και την προηγούμενη νύχτα δεν είχαμε κοιμηθεί πολύ. Την άλλη μέρα την περάσαμε στο Δαδί, ένα πλούσιο χωριό που καλλιεργεί παρά πολύ βαμβάκι και συντηρεί πολλούς υφαντουργούς.

Μετά, στις τέσσερις το απόγευμα, συνεχίσαμε τον δρόμο μας en grand galop και διασχίζοντας την πεδιάδα κατευθυνθήκαμε προς τον αρχαίο Ορχομενό». 

Συνέχεια 

-------------------------------------------------------------------------

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΆ ΟΘΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΣΊΛΙΣΣΑΣ ΑΜΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΔΑΔΙ ΤΟ 1846 ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

 

ΜΕΡΟΣ Γ΄

(Σε συνέχεια από το Β΄ Μέρος, παραθέτουμε σειρά εγγράφων, μέσω των οποίων οι Δαδιώτες ζήτησαν από τον βασιλιά Όθωνα να φροντίσει για το καλό της πόλης τους.)


Όπως προκύπτει από μια σειρά εγγράφων, οι Δαδιώτες ζήτησαν από τον βασιλιά να φροντίσει να γίνουν στην πόλη τους δύο πράγματα: 1) να δημιουργηθεί Δήμος με πρωτεύουσα το Δαδί, στον οποίο να υπάγονται τα γειτονικά χωριά Γλούνιστα, Ντερνίτσα και Ξυλικοί, και 2) να ιδρυθεί στην πόλη τους δημοτικό σχολείο. Ως γνωστόν, από το 1836, το Δαδί ήταν ήδη Δήμος με το όνομα "Δήμος Δρυμίας", υπαγόμενος στο Νομό Αττικής και Βοιωτίας. Το 1840 ο Δήμος Δρυμίας υπήχθη στην επαρχία Λοκρίδος και συγχωνεύτηκε στο Δήμο Θερμοπυλών, με πρωτεύουσα του νέου Δήμου τη Μενδενίτσα. Πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με την απογραφή του 1844 το Δαδί είχε 1702 κατοίκους, ο Μώλος (η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη του δήμου) είχε 391 και η Μενδενίτσα μόνο 271 κατοίκους.

Την ημέρα της αναχώρησης του βασιλικού ζεύγους από το Δαδί, δηλαδή στις 30 Ιουλίου 1846, οι Δαδιώτες ετοίμασαν και παρέδωσαν στο βασιλιά ένα υπόμνημα, στο οποίο μεταξύ άλλων ανέφεραν:

«Η κοινότης Δαδίου, περιέχουσα 600 περίπου οικογένειες, απετέλει πρότερον του Δήμου Δρυμίας, Δήμον Γ' τάξεως. Αλλ' επειδή τας προς καλλιέργειαν των κατοίκων γαίας έχει πέραν του Κηφισού και τα έσοδά της εκ τούτων ήσαν μικρά εζήτησεν να προσαρτηθώσι εις τον Δήμον Δρυμίας και τα χωρία Γλούνιστα, Ντερνίτσα και Ξυλικούς, δια να τεθεί το όριον εις τ' απέναντι όρος, και ούτω συμπεριληφθώσι και αι γαίαι της καλλιέργειάς των, αυξηθώσι τα έσοδα και σχηματισθή Δήμος Β' τάξεως...

Αντί τούτου συμπεριλήφθη και το Δαδί εις τον Δήμον Θερμοπυλών αποπερατούμενον πρακτικώς εις τον Σπερχειόν ποταμόν και απεφασίσθη πρωτεύουσα του Δήμου η Μενδενίτσα περιεκτική περίπου 30 οικογενειών...

            Ζητούν όθεν οι κάτοικοι ώστε με τα χωρία Γλούνιστα, Ντερνίτσα και Ξυλικούς ν' αποτελέσουν ίδιον Δήμον Β' τάξεως δια να δυνηθούν να συστήσουν Σχολεία και να τοις γενή προς το παρόν θεραπεία επί της μετακομίσεως των δεκάτων των».


Λίγες ημέρες αργότερα οι κάτοικοι του Δαδιού στέλνουν επιστολή προς τον βασιλιά, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναγράφεται: 

«…Προσπίπτωμεν ικέτιδες εις το έλεος της ημετέρας μεγαλειότητος της τοσούτον κηδομένης των Ελλήνων, αφού ακούση ευμενώς τας προσκλήσεις μας ταύτας και ίδη το προς βορράν όριόν μας, να ευαρεστηθή και διατάξη την από τον Δήμον Θερμοπυλών διάζευξιν της κωμοπόλεώς μας και αποτελέση μετά των πέριξ χωρίων Δήμος δευτέρας τάξεως».

Από την έρευνά μας στα Αρχεία του Κράτους, εντοπίσαμε όλα εκείνα τα έγγραφα, αρκετά από τα οποία ήταν μέχρι πρόσφατα αταξινόμητα, τα οποία μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε την γραφειοκρατική πλέον πορεία της υπόθεσης, που είχε όμως αίσια κατάληξη.

Ο βασιλιάς διαβιβάζει την ίδια επιστολή προς το Υπουργείο Εκκλησιαστικών, Γραμματεία επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως, ζητώντας από τον Υπουργό: «[…] να αναφέρη εάν έπρεπε να συστηθή εις την κωμόπολιν Δαδί Δημοτικόν Σχολείον και αποφασισθή το περί σχηματισμού ιδιαιτέρου δήμου, επιβαλλομένης εις τον δήμον της προς τούτο υποχρεώσεως, ένεκα πληθυσμού της ειρημένης κωμοπόλεως, και εάν έπρεπε το δημόσιο να συνδράμη εις διατήρησιν ενός Σχολείου εις την πρωτεύουσαν του δήμου, εάν ημπορεί να διατηρηθή τη δαπάνη του δήμου. (Εν Αθήναις την 15 Αυγ. 1846, Όθων)»

Στις 26 Αυγούστου 1846 ο Υπουργός Εκκλησιαστικών με έγγραφο προς την Νομαρχία Φωκίδος και Φθιώτιδος ζητάει να του αναφερθεί «την ταχίστην, εάν ο Δήμος Θερμοπυλών έλαβε πρόνοια περί συστάσεως δημοτικών σχολείων[…] και εάν εν ή δύο σχολεία δημοτικά αρκούσι εις τον πληθυσμόν αυτού και εις τίνα των χωρίων είναι καταλληλότερον να συστηθώσι […]»

Τα ερωτήματα του Υπουργού διαβιβάστηκαν στο Επαρχείο Λοκρίδος στις 31 Αυγούστου 1846. Στη συνέχεια, ο Έπαρχος ζήτησε από τον Δήμαρχο Θερμοπυλών στοιχεία για την κατάσταση του Δήμου και την άποψή του για την ίδρυση δημοτικού σχολείου στο Δαδί. 

Ο Δήμαρχος Θερμοπυλών στέλνει στις 17 Σεπτεμβρίου 1846 έγγραφο προς τον Έπαρχο Λοκρίδος, στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει: «Οικοδομή διδακτηρίου δεν επιχείρισαν ακόμα εις τον Δήμον[…] Πριν της συγχωνεύσεώς του ο Δήμος δεν έκαμε νήξιν περί σχολείου, διότι άπορος και μικρός δεν ηδύνατο μ’ όσον καλήν και εάν είχε διάθεσιν να πράξη τούτο. Ο αριθμός των χωρίων εξ ων συνίσταται ο Δήμος ανεβαίνει εις 11[…] Έδρα του Δήμου ήταν ανέκαθεν η Μητρόπολις της Επαρχίας Μενδενίτζας, η Μενδενίτζα, μη κατοικουμένη όμως σήμερον αποχρώντως[…] Σημειωτέον ότι η Μενδενίτζα κείται εις το κέντρον του δήμου έχουσα από το εν μέρος, ήτοι αρκτικώς, πέντε χωρία εις τα πεδινά του Μώλου, και από τ’ άλλο, ήτοι μεσημβρινώς, άλλα πέντε εις τα πεδινά του Δαδίου[…] Αρύεται έν σχολείον πρέπει να συσταθή εις Μενδενίτζα ως αρχήν […] (Ο Δήμαρχος Θερμοπυλών)».

           Ο ΄Έπαρχος Λοκρίδος, αφού έλαβε την αναφορά του Δημάρχου Θερμοπυλών, απευθύνεται προς τον Νομάρχη Φθιωτιδοφωκίδος στις 21 Σεπτεμβρίου 1846, αναφέροντας μεταξύ άλλων τα εξής: «Κατ’ εμέ την μη εγκαθίδρυσιν μέχρι τούδε δημοτικού Σχολείου εις τον επιδηλούμενον δήμον αποδίδω κυρίως εις την ολίγην φροντίδα, την οποίαν, ως μη ώφειλον κατέβαλον αι κατά καιρούς Τοπικαί Αρχαί […] Ελπίζω και δημοτικά σχολεία εις τον δήμον να συσταθώσι και καθ΄ όλον να προοδεύση ούτως, ο οποίος μέχρι τούδε ευρίσκετο εις την αθλιεστέραν κατάστασιν, ένεκα των επικρατούντων αυθαιρεσιών και διαιρέσεων μεταξύ των τοπικών Αρχών του. (Επιστρέφω την διευθυνθείσα μοι. Ευπειθέστατος, Ο ΄Επαρχος Λοκρίδος)».

Στις 4 Οκτωβρίου 1846 η Νομαρχία Φθιώτιδος και Φωκίδος στέλνει προς το Υπουργείο Εκκλησιαστικών, Γραμματεία επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως, έγγραφο με θέμα «περί συστάσεως Δημοτικού Σχολείο εις τον Δήμο Θερμοπυλών, στο οποίο μεταξύ άλλων αναγράφεται: «[…]τοπικαί διαιρέσεις και επιτόπια πάθη, ένεκα των οποίων επιρροιάζοντο αι δημοτικαί αρχαί, ημπόδιζαν την μέχρι τούδε σύστασιν Δημοτικού Σχολείου εις τον Δήμον τούτον […] Είναι ελπίς η διορισθησόμενη νέα Δημοτική Αρχή/ καταπαυσομένων σχεδόν των Διαιρέσεων κ.λπ./ να λάβη ταχείαν πρόνοιαν περί συστάσεως Σχολείου[…] (Ευπειθέστατος, Ο εκπληρών καθηκόντων, Νομάρχης Φθιώτιδος και Φωκίδος».

Το Υπουργείο Εκκλησιαστικών (Γραμματεία επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως), αφού έλαβε την αναφορά της Νομαρχίας Φθιώτιδος και Φωκίδος και αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία που είχε στην διάθεσή του, έστειλε προς τον Νομάρχη στις 23 Νοεμβρίου 1946 το παρακάτω έγγραφο:

«Προς το Νομαρχείον Φθιώτιδος

Περί Δημοτικού Σχολείο Θερμοπυλών                  

Έχοντες υπ’ όψιν τα εκτεθέντα, εις απάντησιν της προσκλήσεως ημών περί της καταστάσεως του Δήμου Θερμοπυλών, εκ των οποίων έτι μάλλον καταδεικνύεται η ανάγκη συστάσεως ενός Δημοτικού σχολείου εις αυτόν τον Δήμον και μάλιστα εις την κωμόπολιν Δαδίου προς το παρόν. Όθεν σας προσκαλούμεν να διατάξητε /άνευ περαιτέρω αναβολής/ την Δημοτικήν Αρχήν να φροντίση περί ενός προσωρινού διδακτηρίου ενοικιάζοντες οικίαν τινά στο Δαδί οπωσδήποτε κατάλληλον, και κατασκευάζοντες τα αναγκαία θρανία και γραφεία και προβλέποντες και το λοιπόν αναγκαίον υλικόν. Την δε προς πρόβλεψιν τούτων δαπάνην θέλει χορηγήσει ο δήμος εκ των προς σύστασιν δημοτικού Σχολείου υπαρχόντων, ως αναφέρετε αποθεματικών κεφαλαίων καθώς και ήμισυ της μισθοδοσίας του δημοδιδασκάλου δια το λήγον έτος. Το δ’ έτερον ήμισυ θέλει χορηγηθεί εκ του Δημοσίου. Απαιτούμεν ίνα η Νομαρχία ενεργήση ταχέως τα παραγγελόμενα και μας αναφέρη δια την ενέργειαν των περαιτέρω.

Ο Υπουργός»   

Μετά το έγγραφο-διαταγή του Υπουργού, οι εξελίξεις για την δημιουργία σχολείου στο Δαδί ήταν ραγδαίες. Βρέθηκε αμέσως κτήριο για σχολείο (προφανώς ενοικιάστηκε κάποιο οίκημα), προσλήφθηκε δάσκαλος και το Δημοτικό Σχολείο στο Δαδί λειτούργησε από το σχολικό έτος 1846-47. Με Βασιλικό Διάταγμα, στις 4 Φεβρουαρίου 1847 (ΦΕΚ 4/16-2-1847), έγινε ανασύσταση του Δήμου Δρυμίας με πρωτεύουσα το Δαδί, στο οποίο υπάγονταν η Γλούνιτσα, η Ντερνίτσα, οι Ξυλικοί, τα Άνω και Κάτω Καλύβια, καθώς και η Μονή της Θεοτόκου. Έτσι, ικανοποιήθηκε και το δεύτερο αίτημα των Δαδιωτών προς τον Όθωνα.

Πρώτος Δήμαρχος του νεοσυσταθέντος Δήμου ήταν ο Γιαννάκης Παπαλουκόπουλος, γιός του παπα-Λουκά Αυγερινού. Η οικογένεια έλαβε το επώνυμο «Παπαλουκά», όπως πολλές άλλες οικογένειες ιερωμένων, με την κατάληξη «-όπουλος», όπως συνήθιζαν τα παιδιά γνωστών οικογενειών του Δαδιού. Ο Γιαννάκης Παπαλουκόπουλος έγινε σε μικρή ηλικία Δημογέροντας, διαδεχόμενος τον πατέρα του, και είχε λάβει μέρος σε αρκετές συνελεύσεις Δημογερόντων της Επαρχίας Λιβαδειάς. Πρωτοστάτησε στην ανοικοδόμηση της πόλης μετά το 1830 από τις καταστροφές που είχαν προκαλέσει οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Επί των ημερών του έγινε η εξαγορά των περιοχών «Πόλογος» και «Μεγαλοκύρι», που ανήκαν σε Τούρκους και είχαν το δικαίωμα βάσει των Συνθηκών να τις πουλήσουν φεύγοντας από την ελεύθερη πλέον Ελλάδα. Έτσι, η κτηματική περιοχή του Δαδιού έγινε από τότε πολύ μεγάλη. Συγκεκριμένα έφθανε από την περιοχή της Μαργιολάτας μέχρι την περιοχή του Κηφισοχωρίου.

Ο Γιαννάκης Παπαλουκόπουλος ήταν δήμαρχος για δύο συνεχόμενες τριετίες, στη συνέχεια εκλέχθηκε δύο φορές βουλευτής Λοκρίδας την περίοδο 1853-1859 και τέλος Δήμαρχος για μια ακόμα φορά τη δεκαετία του 1860. Αυτή την περίοδο έγιναν πολλά έργα στην πόλη, όπως υδραγωγεία, δημοτικές βρύσες, δημιουργήθηκε Σχολαρχείο, Χωροφυλακή και Ταχυδρομείο, ενώ τέθηκαν οι βάσεις για να γίνει το Δαδί μια σύγχρονη πόλη, μέσα από τα ερείπια που άφησαν φεύγοντας οι Τούρκοι.


Ιωάννης Σκορδάς


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου